ΔΕΠ-Υ και μαθησιακές δυσκολίες

Συχνά τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην σχολική μάθηση.

Πριν όμως αναλύσουμε τη σχέση ανάμεσα στη ΔΕΠ-Υ και τις μαθησιακές δυσκολίες, θα αποσαφηνίσουμε τους όρους αυτούς.

ΔΕΠ-Υ: Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητα.

Η συμπτωματολογία της ΔΕΠ-Υ διαφοροποιείται ανάλογα με τα αναπτυξιακά στάδια και χαρακτηρίζεται από ακατάλληλη, για την ηλικία, απροσεξία, υπερκινητικότητα και παρορμητικότητα.

Μαθησιακές Δυσκολίες

Για τις μαθησιακές δυσκολίες έχουν διατυπωθεί πολλοί ορισμοί. Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως, οι ειδικοί αναφέρονται σε μαθησιακές δυσκολίες όταν διαπιστώνεται ασυμφωνία μεταξύ του νοητικού επιπέδου και των σχολικών επιδόσεων ενός παιδιού. Ορισμένοι ειδικοί ορίζουν τις μαθησιακές δυσκολίες ανάλογα με τα αποτελέσματα των παιδιών σε τεστ ακαδημαϊκών επιδόσεων και στην τάξη την οποία φοιτούν χωρίς να συνεκτιμούν ταυτόχρονα το νοητικό τους επίπεδο.

Σε αυτές τις περιπτώσεις όμως, συνήθως οι μαθησιακές δυσκολίες εντοπίζονται συχνότερα στα παιδιά με οριακή νοημοσύνη ή ελαφρά νοητική υστέρηση. Ακολουθώντας αυτήν την προσέγγιση ο Barkley (1990), βρήκε πως το 21% των παιδιών με ΔΕΠ-Υ αντιμετώπιζε μαθησιακές δυσκολίες στην ανάγνωση και το 28% στα μαθηματικά.

Η σχέση ανάμεσα στη ΔΕΠ-Υ και τις Μαθησιακές Δυσκολίες

Η επίδραση της προσοχής στη διαδικασία της μάθησης:
Η μάθηση προϋποθέτει την ομαλή λειτουργία του βασικού γνωστικού μηχανισμού πρόσληψης των πληροφοριών, δηλαδή της προσοχής. Όταν καλούμαστε να μάθουμε κάτι, βασική προϋπόθεση είναι να το προσέξουμε. Επομένως, όταν η λειτουργία του μηχανισμού της προσοχής είναι ελλιπής, μπορεί να δυσκολέψει τη διαδικασία της μάθησης.

Άρα, στη περίπτωση των παιδιών με ΔΕΠ-Υ, όπου η ελλειμματική προσοχή αποτελεί πρωτογενή δυσκολία, η μάθηση είναι δυνατόν να διαταραχθεί, τόσο στο επίπεδο των σχολικών επιδόσεων όσο και στο επίπεδο της συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, η αδυναμία αυτών των παιδιών να κρατήσουν την συγκέντρωσή τους, δυσκολεύει τη συμμετοχή τους σε εργασίες που απαιτούν σύνθετες οργανωτικές και κριτικές ικανότητες. Επιπλέον, δυσκολεύονται στην ανάπτυξη του λόγου και της έκφρασης. Όταν εκφράζονται προφορικά και γραπτά, ο λόγος τους είναι ανοργάνωτος και μπερδεμένος.

Πολλές φορές επίσης, τα παιδιά με δυσκολίες προσοχής, παρατηρούνται να είναι πολύ αφηρημένα.

Οι μειωμένες σχολικές επιδόσεις των παιδιών με ΔΕΠ-Υ φαίνεται να σχετίζονται και με την απροσεξία και την παρορμητικότητα που εκδηλώνουν και μέσα στη σχολική τάξη αλλά και κατά τη διάρκεια της μελέτης στο σπίτι. Ωστόσο, η ικανότητα του ατόμου να συγκεντρώνεται επηρεάζεται επίσης από ψυχολογικούς παράγοντες όπως το κίνητρο για μάθηση.

Όταν το γνωστικό αντικείμενο μας κινεί το ενδιαφέρον, τότε μπορούμε να κατευθύνουμε αποτελεσματικότερα την προσοχή μας προς αυτό και να τη διατηρήσουμε μέχρι να αποκτήσουμε την επιθυμητή γνώση. Άρα, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει μεγαλύτερο κίνητρο για μάθηση έτσι ώστε να διευκολύνει τη μαθησιακή διαδικασία.
Η κεντρική ακουστική επεξεργασία των πληροφοριών θεωρείται ότι σχετίζεται άμεσα με την αναγνωστική ικανότητα. Η λειτουργία αυτή συμπεριλαμβάνει την ικανότητα του ατόμου να επικεντρωθεί σε ένα ακουστικό ερέθισμα και να το κατανοήσει ακόμα και όταν υπάρχουν και άλλα ακουστικά ερεθίσματα. Όταν η κεντρική ακουστική επεξεργασία είναι ελλειμματική, συχνά εμφανίζονται μαθησιακές δυσκολίες στην ανάγνωση.

Τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ έχουν επίσης ελλείμματα στις λειτουργίες εκτελεστικού ελέγχου (περιλαμβάνει γνωστικές διαδικασίες, όπως ο προγραμματισμός, η σειροθέτηση, ο συλλογισμός, η διατήρηση της προσοχής σε μια δραστηριότητα, η αναπαραστατική μνήμη, η αναστολή των ακατάλληλων και η επιλογή των κατάλληλων μορφών συμπεριφοράς, κ.ά.), και ιδιαίτερα σε εκείνες που σχετίζονται με τον αυτοέλεγχο, την αυτοκαθοδήγηση και την αναστολή των παρορμήσεων.

Στο σχολικό πλαίσιο, η αυτοκαθοδήγηση του παιδιού αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη του στόχου και την εφαρμογή οδηγιών και κανόνων.
Επιπλέον, υψηλό ποσοστό παιδιών με ΔΕΠ-Υ παρουσιάζει δυσκολίες στη λεπτή κινητικότητα και στο συντονισμό των κινήσεων. Οι δυσκολίες αυτές σχετίζονται άμεσα με τη γραφή.
Συμπερασματικά, οι βασικές δυσκολίες των παιδιών με ΔΕΠ-Υ σε σχέση με τη μάθηση, αφορούν κυρίως την ικανότητά τους να οργανώσουν και να εκτελέσουν μέχρι τέλους τις δραστηριότητες που τους ανατίθενται.

Σχολική πορεία και ΔΕΠ-Υ

Σε πολλές περιπτώσεις, οι γονείς και οι παιδαγωγοί αποδίδουν τις δυσκολίες των παιδιών σε τεμπελιά και χρησιμοποιούν παρατηρήσεις και τιμωρίες. Ωστόσο, η προσαρμογή στις απαιτήσεις της πρώτης Δημοτικού, είναι συνήθως δύσκολη για τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ.

Όταν υπάρχει η άποψη ότι οι δυσκολίες οφείλονται σε τεμπελιά, ενισχύεται από την τάση των παιδιών με ΔΕΠ-Υ να κουράζονται εύκολα και να εγκαταλείπουν γρήγορα την προσπάθεια. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις που οι γονείς και οι παιδαγωγοί δείχνουν περισσότερη ανοχή και κατανόηση, είναι εμφανής συνήθως η απογοήτευσή τους από τις επιδόσεις του παιδιού, οι οποίες δε φαίνεται να συμβαδίζουν με το νοητικό του επίπεδο.

Με μικρότερη ή μεγαλύτερη καθυστέρηση, τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ μαθαίνουν τελικά να διαβάζουν και να γράφουν. Ωστόσο, κατά την ανάγνωση κάνουν συνήθως πολλά λάθη, τα οποία οφείλονται στη δυσκολία επεξεργασίας του γραπτού λόγου, αλλά και στην αδυναμία τους να συγκεντρωθούν ικανοποιητικά. Ως αποτέλεσμα, η κατανόηση του κειμένου είναι ελλιπής και κατά συνέπεια, τα παιδιά αυτά μπορεί να διαβάζουν για πολλή ώρα χωρίς τελικά να κατανοούν σε βάθος αυτό που διαβάζουν.

Η ελλιπής κατανόηση του κειμένου οφείλεται στην παραποίηση κάποιων λέξεων κατά την ανάγνωση αλλά και στον κακό ρυθμό ανάγνωσης, ο οποίος αλλοιώνει το νόημα ορισμένων προτάσεων. Ανάλογες δυσκολίες αντιμετωπίζουν τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ και στη γραφή. Οι δυσκολίες στη λεπτή κινητικότητα, οι δυσκολίες προσανατολισμού στο χώρο, ελλιπείς οργανωτικές ικανότητες καθώς και η διάσπαση της προσοχής, αντικατοπτρίζονται στα γραπτά των παιδιών αυτών, το οποία είναι συχνά γεμάτα λάθη, μουντζούρες, παραλείψεις και άσχημα γράμματα.

Πρέπει ωστόσο να επισημάνουμε ότι η σχολική πορεία που περιγράψαμε, αφορά κυρίως στις περιπτώσεις όπου το πρόβλημα των παιδιών με ΔΕΠ-Υ δεν έχει εντοπιστεί και τα παιδιά δεν έχουν λάβει την απαραίτητη στήριξη ούτε οι γονείς την κατάλληλη καθοδήγηση από κάποιον ειδικό για το σωστό χειρισμό των δυσκολιών αυτών.

Επομένως, αν κάποια στοιχεία της πορείας που περιγράψαμε διαφοροποιηθούν, τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ θα μπορούν να ανταποκριθούν ικανοποιητικά στις σχολικές απαιτήσεις.
(ΠΗΓΗ:Κατερίνα Μανιαδάκη)

Σηφάκη Ευαγγελία, Λογοθεραπεύτρια

Σχολιάστε