Μιχάλης Ορφανουδάκης, με συντροφιά ένα χαρτί κι ένα μολύβι…

|

Μιχάλης Ορφανουδάκης, με συντροφιά ένα χαρτί κι ένα μολύβι…

Σε μια εποχή που καθημερινά οι δυσάρεστες ειδήσεις και κυριαρχούν, έχουμε ανάγκη έστω και μια μικρή αχτίδα φωτός… 

Χαίρομαι πολύ όταν συναντώ ανθρώπους με ευαισθησίες και όμορφα συναισθήματα, που τα εκφράζουν, γράφοντας στιχάκια, ποιήματα, ιστορίες…

Ανάμεσα τους ο Μιχάλης Ορφανουδάκης από το Τυμπάκι Κρήτης, μόλις 22 ετών έχει σπουδάσει Ζαχαροπλαστική και πλέον βρίσκοται και στο πρώτο έτος σπουδών, στον τομέα της δημόσιας Διοίκησης στο ανοιχτό πανεπιστήμιο Ελλάδος.

Όπως μας λέει του αρέσει πολύ να γράφει και ήδη έχει ξεκινήσει τα πρώτα του βήματα στη συγγραφή…

“Ξεκίνησα να γράφω σε μια παράξενη περίοδο της ζωής μου έχοντας για συντροφιά μόνο ένα χαρτί κι ένα μολύβι. Ένιωθα ότι οι σκέψεις μου έπαιρναν σάρκα και οστά κι άλλοτε ότι το ταξίδι στις αναμνήσεις του παρελθόντος γινόταν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ένα χρόνο μετά, θα με βρείτε να περιπλανιέμαι από εδώ κι από εκεί κρατώντας πάντα επάνω μου τα απαραίτητα εργαλεία για να έρχομαι σε επαφή με τον εαυτό μου· μια πένα και το προσωπικό μου ημερολόγιο”.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα από τα πολλά που έχει γράψει ο Μιχάλης και έχει διακριθεί σε διαγωνισμό αρθρογραφίας…

Μου λείπεις  παραπάνω απ’ όσο περίμενα…

Και οι μέρες περνούν, κι εσύ μου λείπεις ακόμη περισσότερο. Κάθε σου άγγιγμα, κάθε φιλί δικό σου. Έφυγες, μα ξέχασες να πάρεις μαζί σου τις αναμνήσεις που δημιουργήσαμε αυτές που σε κάθε αποχωρισμό σε διαλύουν, σε κομματιάζουν. Αυτές που πάντα θα είναι παρούσες, σε αντίθεση με τη δική σου παρουσία.

Κλείνοντας την πόρτα καθώς έφευγες , αποφάσισα να σε διαγράψω και να προσπαθήσω να προχωρήσω χωρίς εσένα. Παρέα με ένα ποτήρι ουίσκι, συνοδευόμενο από ένα πακέτο τσιγάρα, φάνταζε πανεύκολο αρχικά. Το ένα όμως έγινε δύο και τα δύο έγιναν τρία.

Και τότε μέσα στον καπνό και τη ζάλη του ποτού, σαν σκηνή από μια καλογυρισμένη ταινία, περνάει από μπροστά μου η στιγμή που γνωριστήκαμε. Ήταν καλοκαίρι ·ο μήνας Αύγουστος, σε ένα από τα πανηγύρια του χωριού. Περνάς από μπροστά μου, τα βλέμματα μας συναντώνται και τότε αποφασίζω πως θα γίνεις δική μου όσα εμπόδια κι αν χρειαστεί να αντιμετωπίσω.

Το πρώτο μας φιλί, το ανταλλάξαμε σε μια παραλία με φόντο το ηλιοβασίλεμα. Πολύ μελό, το ξέρω, μα πως γίνεται να μην λατρέψω τα καλοκαιρινά ηλιοβασιλέματα μετά απ ́αυτό;

Ο χρόνος δίπλα σου περνούσε τόσο γρήγορα, πράγμα που με έκανε να μισήσω κάθε στιγμή που έπρεπε να σε αποχωριστώ . Ο Σεπτέμβρης μας βρήκε χέρι-χέρι σε ένα πλοίο που ταξίδευε προς την Αθήνα, την πόλη που και οι δυο μας λατρεύαμε. Οι μέρες προχωρούσαν, οι εποχές γύρω μας άλλαζαν, αλλά για εμάς ο χρόνος είχε παγώσει σε εκείνο το πρώτο βλέμμα που ανταλλάξαμε. Κάθε βράδυ του χειμώνα μας έβρισκε μαζί, στριμωγμένους σε μια πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι, με ένα μπουκάλι κρασί και χαλαρή μουσική για παρέα.

Και τα Χριστούγεννα έφτασαν. Το γιορτινό κλίμα, οι βόλτες μας στο στολισμένο Σύνταγμα, οι περίπατοι από τη χριστουγεννιάτικη Ερμού μέχρι και το Μοναστηράκι, με έκαναν να σε ερωτευτώ ακόμα περισσότερο.
Όλο αυτό έμοιαζε με όνειρο και πίστεψε με, δεν ήθελα να ξυπνήσω. Όμως όπως συμβαίνει σε κάθε όνειρο, έτσι και σε αυτό, ήρθε η στιγμή που αναγκάστηκα να το κάνω. Μπορεί τα περισσότερα παραμύθια να έχουν αίσιο τέλος, μα το δικό μας δεν ήταν ένα από αυτά.

Ήταν λίγες μέρες μετά την πρωτοχρονιά, εκεί στον καναπέ μας. Ήρθες και κάθισες δίπλα μου, με τα φώτα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο να φωτίζουν τόσο όμορφα το γεμάτο αμηχανία πρόσωπο σου. Ήξερα τι επρόκειτο να ακούσω, μα ήλπιζα να μην καταφέρεις να το πεις. Το είπες όμως, κι εγώ έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου, προτίμησα να πέσω στο κενό, παρά να κρατηθώ από τις λέξεις σου. Έκλαψα μπροστά σου, λύγισα. Δεν μπορούσα να αντιληφθώ ότι ήρθε το τέλος. Σηκώθηκες επάνω, μάζεψες σε μια τσάντα πράγματα σου κι έφυγες. Εγώ έμεινα να κοιτάζω την κορνίζα με τους δυο μας αγκαλιά, πάνω στο τραπέζι με τις αναμνήσεις μας. Έμεινα εκεί να τη χαζεύω, μέχρι που θόλωσα ξαφνικά και τα διάλυσα όλα. Δεν μου άξιζε τέτοιο αντίο, δεν μας άξιζε τέτοιο τέλος. Άναψα ένα τσιγάρο, έβαλα ένα ποτό και έμεινα να κοιτάω τα γυαλιά στο πάτωμα, σκεπτόμενος πως ήταν ότι απέμεινε με εμάς.

Οι μέρες περνούσαν κι εγώ προσπάθησα να σε ξεγράψω. Να συνεχίσω να ζω, έστω και χωρίς εσένα. Αποφάσισα να κρατήσω μια φωτογραφία μας. Την πρώτη φωτογραφία που τραβήξαμε μαζί, σε εκείνο το ταβερνάκι δίπλα στην θάλασσα το πρώτο μας ραντεβού.

Ήταν τόσο δύσκολο, όμως μέχρι και σήμερα, πίστευα ότι θα τα καταφέρω. Το ξημέρωμα όμως με βρήκε και πάλι μόνο, καθισμένο στην πολυθρόνα που στριμωχνόμασταν μαζί , μπροστά από ένα τζάκι σβηστό, γεμάτο από στάχτες των αναμνήσεων μας. Κι εκεί που πίστευα ότι τα καταφέρνω, κατέρρευσαν όλα και αποφάσισα να μην κρυφτώ άλλο. Κρατάω στα χέρια μου αυτή τη φωτογραφία και σου γράφω αυτό το γράμμα…

Μου λείπεις ρε γαμώτο. Η άνεση σε αυτή την πολυθρόνα είναι ανυπόφορη. Μου λείπεις παραπάνω απ’ όσο περίμενα…


Ακολουθήστε με στο νέο μου ξεκίνημα, στο Facebook: Michael Orfanoudakis καθώς επίσης και στο Instagram: Michael_orfanoudakis.

Προηγούμενες

Στη σκιά του πολέμου, με την ελπίδα της Ειρήνης

Αποκριάτικα γλυκά

Επόμενη

Σχολιάστε