Όρια στα παιδιά: Γιατί χρειάζονται και πώς τα βαζω;

|

Όρια στα παιδιά: Γιατί χρειάζονται και πώς τα βαζω;

Συνήθως, η πρώτη σκέψη που μας έρχεται στο μυαλό όταν ακούμε τη λέξη «όρια», είναι η απαγόρευση, ο περιορισμός. Πολλοί γονείς το ταυτίζουν με το να είναι αυστηροί.

Δεν είναι εύκολο λοιπόν να βάλει κάποιος όρια στα θέλω μας, στις επιθυμίες μας. Είναι μάλιστα ακόμα πιο δύσκολο να μπουν όρια σε παιδιά ειδικά όταν βρίσκονται σε αναπτυξιακή φάση που περιβάλλεται από αυθορμητισμό και παρορμητισμό για να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους.
Παλιότερα, η πειθαρχία συνδεόταν έντονα με την τιμωρία. Ωστόσο, σήμερα η οριοθέτηση συνδέεται με την πειθαρχία και την μετάδοση αξιών, για να έχουν τα παιδιά αρμονική σχέση με τον κοινωνικό τους περίγυρο.

Τα όρια δεν μπαίνουν ως τιμωρία, αλλά επειδή θέλουμε να βοηθήσουμε το παιδί. Μπορούν να μπουν με ήρεμο τρόπο, χωρίς τσακωμούς, μετά από συζήτηση, και πολλές φορές να συναποφασιστούν με το παιδί.

Η οριοθέτηση είναι πολύ σημαντική για την κατανόηση των ρόλων από όλα τα μέλη της οικογένειας. Επίσης, βοηθάει τους γονείς να ισχυροποιήσουν τον ρόλο τους, να υπάρχει μία καλή αλληλεπίδραση και επικοινωνία με το παιδί. Στην ουσία, όταν το παιδί συνυπάρχει χωρίς όρια, του μεταδίδεται μία ανασφάλεια. Το παιδί δηλαδή δεν γνωρίζει τι πρέπει να προσπαθήσει και τι όχι, αν του επιτρέπεται κάτι ή όχι, αν βοηθάει και τι είναι καλό και τι κακό.
Αντιθέτως, με τα όρια το παιδί μαθαίνει τι είναι ασφαλές και αποδεκτό για το ίδιο και τους άλλους. Διδάσκεται έτσι την αποδοχή κανόνων και ορίων και νιώθει ασφάλεια, σταθερότητα και προστασία από τους γονείς του και το περιβάλλον του. Επομένως, σε λίγα χρόνια, ως ενήλικας, θα έχει μάθει να βάζει τα δικά του όρια στους άλλους, θα σέβεται τα δικαιώματα και τα όρια των άλλων και θα διεκδικεί τα δικά του δικαιώματα.

Για να θέσουμε όρια στη συμπεριφορά των παιδιών με αποτελεσματικό τρόπο, είναι σημαντικό να σκεφτούμε κάποια πράγματα.
-Τα όρια πρέπει να είναι κατανοητά στα παιδιά. Πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας τι μπορεί το παιδί να κατανοήσει λεκτικά και για πόσο μπορεί να κρατήσει τη πληροφορία στη μνήμη του. Αυτό βοηθάει στο να γνωρίζουμε πότε και πόσο συχνά χρειάζεται να του υπενθυμίσουμε αυτό που επιθυμούμε να κάνει.

– Η συνέπεια είναι το πιο σημαντικό κομμάτι της οριοθέτησης. Πρέπει να είμαστε συνεπείς και σταθεροί στις αντιδράσεις μας όταν προσπαθούμε να οριοθετήσουμε μία συμπεριφορά. Αν λοιπόν τη μία γελάμε και την άλλη είμαστε αυστηροί, τότε απλά μπερδεύουμε το παιδί. Το ίδιο συμβαίνει και στο «όχι». Όταν λέμε «όχι», πρέπει να το εννοούμε. Το παιδί θα θέλει να πετύχει το «ναι» ή το «ίσως». Αν λοιπόν υποκύψουμε, τότε το παιδί καταλαβαίνει ότι το «όχι» μας είναι διαπραγματεύσιμο. Έτσι, θα ψάχνει κάθε φορά να βρει τρόπους να κάνει τελικά αυτό που θέλει, με αποτέλεσμα να αποκτήσει χειριστική συμπεριφορά.

– Χρήση «συνθημάτων». Ειδικά κατά την νηπιακή ηλικία, μπορούμε να χρησιμοποιούμε έναν ήχο, μία χειρονομία που σημαίνει ότι το παιχνίδι τελείωσε, ακόμα και ένα τραγούδι που θα λέμε κάθε βράδυ πριν πάμε για ύπνο. Με αυτόν τον τρόπο, αποφεύγουμε τις συζητήσεις, δημιουργούμε έναν «κώδικα» μεταξύ μας και είναι επίσης πιο εύκολο στο παιδί να κατανοήσει. Αν το παιδί συμβιβάζεται με αυτά τα «συνθήματα», μπορείτε να το αξιοποιήσετε και όταν θέλει να παίξει ένα παιχνίδι. Μπορεί να περιμένει το «σύνθημά» σας ώστε να ξεκινήσει.

-Χρησιμοποιούμε θετικές φράσεις αντί αρνητικές. Για παράδειγμα, αντί να πούμε «αν δεν κάνεις τα μαθήματά σου, δε θα πάμε βόλτα», λέμε «ας κάνουμε πρώτα τα μαθήματά μας, και μετά θα πάμε βόλτα». Έχουμε λοιπόν σαν στόχο την παρότρυνση και όχι την απειλή, η οποία πιο πιθανό είναι να φέρει αντίθετα αποτελέσματα.

-Οφείλουμε να σκεφτούμε ότι για να περιμένουμε ότι το παιδί θα καταφέρει να επιδείξει μία επιθυμητή συμπεριφορά, πρέπει να την παρατηρεί τακτικά και στο περιβάλλον που μεγαλώνει. Για παράδειγμα: Πώς συμπεριφερόμαστε εμείς όταν κάποιο μέλος της οικογένειας μας θέσει όρια; Θυμώνουμε ή το σεβόμαστε; Είναι σταθεροί οι κανόνες της οικογένειας; Πως αντιδρούμε όταν πραβιάζουμε τα όρια του άλλου; Το αναγνωρίζουμε και ζητάμε συγγνώμη ή το ξανακάνουμε;

Συνεπώς, είναι πιο εύκολο να μάθουμε σε ένα παιδί να πειθαρχεί και να υπακούει σε ένα οικογενειακό περιβάλλον, το οποίο είναι αρμονικό και δεν κυριαρχούν οι συγκρούσεις. Πρέπει να δείχνουμε στο παιδί ότι είμαστε μαζί του και όχι εναντίον του και να το βοηθήσουμε να μάθει τον εαυτό του και να τον διαμορφώσει, και κυρίως το μέλλον του.

 Ευαγγελία Σηφάκη, Λογοθεραπεύτρια

Προηγούμενες

Επιστροφή στην πόλη – Η μελαγχολία για το τέλος του καλοκαιριού

Γιατί δεν πρέπει να σταματήσετε τα μπάνια στη θάλασσα!

Επόμενη

Σχολιάστε