Δήμος Αγίου Βασιλείου: Μια προαναγγελθείσα τραγωδία
Μια προαναγγελθείσα τραγωδία σε έναν τόπο χωρίς ουσιαστική πρόληψη
Ώρα για ένα πραγματικό Τοπικό Μοντέλο Πυροπροστασίας
Του Βασιλείου Κοκοτσάκη, Ειδικού Δικαστικού Πραγματογνώμονα Διερεύνησης Πυρκαγιών
Υπάρχουν στιγμές που ένας άνθρωπος δεν μπορεί να μείνει σιωπηλός. Όχι επειδή θέλει να
καταγγείλει. Αλλά επειδή γνωρίζει.
Γνωρίζει τον τόπο. Γνωρίζει το ανάγλυφο. Γνωρίζει τους ανέμους. Γνωρίζει τις επιχειρησιακές
δυσκολίες. Γνωρίζει τι σημαίνει να επιχειρείς σε μια πυρκαγιά στον Άγιο Βασίλειο.
Και γνωρίζει ακόμη κάτι πιο δύσκολο: Ότι πολλά από αυτά που σήμερα εμφανίζονται ως
«απρόβλεπτα» και «ακραία», στην πραγματικότητα είναι γνωστά εδώ και δεκαετίες.
Είμαι γέννημα θρέμμα του Δήμου Αγίου Βασιλείου.
Υπηρέτησα επί 24 χρόνια ως πυροσβέστης στην Κρήτη και έζησα από πρώτο χέρι τις ιδιαιτερότητες
της περιοχής. Γνώρισα τις φωτιές της, τους ανέμους της, τις δυσκολίες πρόσβασης, τις επιχειρησιακές
αδυναμίες αλλά και το πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό που υπήρχε πάντα στις τοπικές κοινωνίες.
Σήμερα, ως Ειδικός Δικαστικός Πραγματογνώμονας Διερεύνησης Πυρκαγιών, αισθάνομαι ακόμη
μεγαλύτερη ευθύνη να μιλήσω.
Όχι για να προκαταλάβω τη δικαστική έρευνα. Αλλά για να θέσω τα ερωτήματα που η κοινωνία
δικαιούται να θέσει.
Γιατί η τραγωδία στην Κρύα Βρύση και ο θάνατος των δύο πυροσβεστών μας δεν μπορούν να
αντιμετωπιστούν ως ένα ακόμη δυσάρεστο περιστατικό ενός «επικίνδυνου επαγγέλματος».
1. Ο Άγιος Βασίλειος δεν είναι μια οποιαδήποτε περιοχή
Από τις Μέλαμπες μέχρι την Αγία Γαλήνη, ο τόπος έχει τη δική του ταυτότητα.
Το ανάγλυφο, οι χαράδρες, οι ορεινοί όγκοι, οι κατωφέρειες, οι δύσκολες προσβάσεις και οι ιδιαίτερες
ανεμολογικές συνθήκες δημιουργούν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η πυρκαγιά μπορεί να αποκτήσει
εξαιρετικά γρήγορη και επιθετική συμπεριφορά.
Αυτά δεν τα ανακαλύψαμε σήμερα.
Τα γνωρίζουν οι κάτοικοι. Τα γνωρίζουν οι πυροσβέστες που υπηρέτησαν στην περιοχή. Τα γνωρίζουν
όσοι έχουν επιχειρήσει εκεί.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν γνωρίζουμε την ιδιαιτερότητα.
Το ερώτημα είναι γιατί δεν έχει μετατραπεί αυτή η γνώση σε έναν εξειδικευμένο, τοπικό σχεδιασμό
πυροπροστασίας;
Δεν μπορεί μια περιοχή με συγκεκριμένη γεωγραφία, συγκεκριμένη ανεμολογία και
επαναλαμβανόμενα προβλήματα να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με ένα γενικό, οριζόντιο εθνικό
μοντέλο. Χρειάζεται μικρο-σχεδιασμός.
Σχεδιασμός που να γνωρίζει από πού ξεκινά συνήθως η φωτιά, προς τα πού οδηγείται, ποια σημεία
είναι επιχειρησιακά αδιέξοδα, πού υπάρχουν υδροληψίες, πού υπάρχουν δρόμοι διαφυγής, πού
δημιουργούνται επιταχύνσεις του ανέμου και πού μια μικρή αρχική εστία μπορεί να εξελιχθεί σε
μέτωπο μεγάλης κλίμακας.
Ο Δήμος και η Περιφέρεια πρέπει να απαιτήσουν και να χρηματοδοτήσουν ένα Ειδικό Τοπικό Σχέδιο
Αντιπυρικής Προστασίας του Αγίου Βασιλείου, σε συνεργασία με πανεπιστημιακά και επιστημονικά
ιδρύματα.
Με πραγματικά δεδομένα. Με χάρτες. Με σενάρια. Με προσομοιώσεις. Με καθορισμένες διαδρομές
προσέγγισης και διαφυγής. Με σημεία υδροληψίας. Με ζώνες υψηλού κινδύνου.
Και κυρίως με σχέδιο που να υπάρχει πριν από την πυρκαγιά και όχι να αναζητείται όταν αυτή έχει
ήδη ξεκινήσει.
2. Η πρόληψη αρχίζει πριν εμφανιστεί η πρώτη φλόγα
Η πυρόσβεση δεν είναι μόνο αεροπλάνα, οχήματα και προσωπικό. Η πραγματική πυροπροστασία
αρχίζει πολύ νωρίτερα. Αρχίζει με την αναγνώριση των αιτιών έναρξης. Αρχίζει με την καταγραφή
των επικίνδυνων σημείων. Αρχίζει με την απομάκρυνση των κινδύνων.
Αρχίζει με την παρακολούθηση των συνθηκών που μπορούν να μετατρέψουν ένα μικρό συμβάν σε
καταστροφή.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες του σημερινού μοντέλου να γνωρίζουμε πολλές
φορές τον κίνδυνο, αλλά δεν τον αντιμετωπίζουμε πριν γίνει πυρκαγιά.
3. Το εναέριο δίκτυο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως άγνωστος παράγοντας
Στην περιοχή έχουν καταγραφεί στο παρελθόν περιστατικά που συνδέθηκαν με το εναέριο δίκτυο
ηλεκτροδότησης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπό διερεύνηση, έχουν υπάρξει περιστατικά επαφής ή
πτώσης αγωγών σε συνθήκες ισχυρών ανέμων. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι όταν ένα παρόμοιο
περιστατικό εμφανίζεται σε μικρή χρονική και γεωγραφική απόσταση από ένα νέο, σοβαρότερο
συμβάν.
Τότε δεν μιλάμε πλέον απλώς για μια θεωρητική πιθανότητα. Μιλάμε για σήμα κινδύνου.
Και ένα σήμα κινδύνου που επαναλαμβάνεται δεν μπορεί να αγνοείται. Εάν υπάρχουν σημεία του
δικτύου που έχουν καταγραφεί ως προβληματικά, αυτά πρέπει να αντιμετωπιστούν κατά
προτεραιότητα.
Ο Δήμος και η Περιφέρεια δεν πρέπει να περιμένουν την ολοκλήρωση κάθε επόμενης δικογραφίας
πρέπει να απαιτήσουν από τους αρμόδιους φορείς σαφές χρονοδιάγραμμα συντήρησης, άμεση
αντιμετώπιση των επικίνδυνων σημείων, θερμογραφικούς και τεχνικούς ελέγχους, επιτάχυνση των
έργων υπογειοποίησης όπου απαιτείται και δημόσια ενημέρωση για την πορεία των παρεμβάσεων.
Η Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να είναι απλός θεατής. Πρέπει να είναι διεκδικητής της ασφάλειας των
πολιτών της.
4. Πολιτική Προστασία δεν σημαίνει απλή διοικητική διεκπεραίωση.
Υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα που πρέπει κάποτε να ειπωθεί χωρίς περιστροφές. Η Πολιτική
Προστασία είναι επιστήμη δεν είναι απλώς ένα γραφείο. Δεν είναι μια θέση που μπορεί να
αντιμετωπίζεται ως διοικητική διεκπεραίωση.
Χρειάζεται ανθρώπους που γνωρίζουν την συμπεριφορά της πυρκαγιάς ,το ανάγλυφο και τους κανόνες
που το διέπουν, τη διαχείριση κρίσεων και κυρίως την συμπεριφορά του ανθρώπινου δυναμικού , την
χαρτογράφηση κινδύνου, την επιχειρησιακή οργάνωση, τα μέσα πυρόσβεσης, και κυρίως τη σύνδεση
της πρόληψης με την καταστολή.
Οι Δήμοι χρειάζονται εξειδικευμένο επιστημονικό δυναμικό όπως ,Δασολόγους.
Περιβαλλοντολόγους, Μηχανικούς, Ειδικούς διαχείρισης κινδύνου, αναλυτές δεδομένων και
ανθρώπους με πραγματική επιχειρησιακή εμπειρία.
Η ασφάλεια μιας ολόκληρης περιοχής δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν υπάρχει ή δεν υπάρχει
κάποιος άνθρωπος που γνωρίζει πραγματικά το αντικείμενο.
5. Το 112 δεν μπορεί να είναι υποκατάστατο της τοπικής γνώσης ή το άλλοθι της κυβέρνησης.
Εδώ θέλω να μιλήσω και από προσωπική εμπειρία. Όταν υπηρετούσαμε στην Κρήτη, πολλές φορές
είχαμε ελάχιστα μέσα. Όμως είχαμε κάτι πολύ σημαντικό, την τοπική κοινωνία.
Οι κάτοικοι, οι κτηνοτρόφοι, οι αγρότες, οι άνθρωποι που ζούσαν στα βουνά γνώριζαν τον τόπο
καλύτερα από οποιονδήποτε χάρτη. Ήξεραν τα περάσματα, ήξεραν τις πηγές ,ήξεραν τους δρόμους ,
ήξεραν πού αλλάζει ο άνεμος ήξεραν πού μπορεί να περάσει ένα πυροσβεστικό όχημα και πού όχι.
Και πολλές φορές αυτή η γνώση συμπλήρωνε τις δικές μας επιχειρησιακές αδυναμίες.
Δεν υποστηρίζω την απερίσκεπτη παραμονή πολιτών μέσα σε μια ανεξέλεγκτη πυρκαγιά , υποστηρίζω
κάτι διαφορετικό:
– την οργανωμένη αξιοποίηση της τοπικής γνώσης πριν και κατά τη διάρκεια μιας κρίσης.
– Το 112 πρέπει να προστατεύει ουσιαστικά τον πολίτη και όχι να τον διώχνει άκριτα.
Δεν πρέπει όμως να μετατρέπεται σε μηχανισμό που αποκόπτει την Πυροσβεστική από τον
σημαντικότερο φυσικό σύμμαχό της, τον άνθρωπο κάτοικο που γνωρίζει τον τόπο που μεγάλωσε.
Γιατί η λύση είναι απλή , δοκιμασμένη και εφαρμόσιμη.
Σε κάθε κοινότητα του Δήμου ,(Μέλαμπες, Κρύα Βρύση, Κεντροχώρι αλλά και στα άλλα χωριά του )
μπορεί να δημιουργηθεί ένα Μητρώο Εκπαιδευμένων Τοπικών Μελών Πολιτικής Προστασίας φυσικά
με την συνδρομή της αρμόδιας για εκπαίδευση Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.
Όχι δεν προτείνω άτυπους «ήρωες». Όχι πολίτες που θα επιχειρούν ανεξέλεγκτα.
Αλλά άνθρωποι που αγαπούν και πονούν τον τόπο τους ,εκπαιδευμένοι, καταγεγραμμένοι και θεσμικά
ενταγμένοι στον κεντρικό τοπικό σχεδιασμό.
Άνθρωποι που μπορούν να λειτουργούν ως οδηγοί , αρωγοί και σύνδεσμοι των πυροσβεστικών
δυνάμεων και πριν και μαζί τους…
Η τοπική γνώση δεν είναι πρόβλημα. Είναι επιχειρησιακό κεφάλαιο. Και εδώ υπάρχει κάτι ακόμη που
δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε.
Είναι σωστό και αποτελεί ευχή, κάθε φορά που τελειώνει μια μεγάλη πυρκαγιά, να λέμε,
«Τουλάχιστον δεν είχαμε ανθρώπινα θύματα».
Όμως αυτό δεν πρέπει να σημαίνει ότι αποδεχόμαστε ως φυσιολογικό τον αφανισμό της περιουσίας
των ανθρώπων.
Γιατί για τον άνθρωπο της υπαίθρου η περιουσία του δεν είναι απλώς ένα σύνολο από κτίσματα,
χωράφια, ελαιόδεντρα, ζώα ή παραγωγικές υποδομές. Πολλές φορές είναι η ίδια του η ζωή, είναι ο
κόπος μιας ολόκληρης γενιάς.
Είναι η περιουσία που κληρονόμησε από τους γονείς του και εκείνη που προορίζει να αφήσει στα
παιδιά του. Είναι το σπίτι του, το χωράφι του, το κοπάδι του, οι ελιές του, η παραγωγή του, η δουλειά
του, το μέλλον της οικογένειάς του.
Γι’ αυτό και η προστασία της ανθρώπινης ζωής και η προστασία της περιουσίας δεν είναι δύο αντίθετοι
στόχοι.
Γιατί τελικά η αποστολή δεν είναι μόνο, να μη χαθούν ανθρώπινες ζωές.
Είναι να προστατευθούν, όσο αυτό είναι επιχειρησιακά δυνατό, η ζωή, η περιουσία και ο τόπος των
ανθρώπων.
Και όταν μια Πολιτεία πανηγυρίζει ότι «δεν είχαμε θύματα», ενώ την ίδια ώρα ένας άνθρωπος βλέπει
να χάνεται μέσα στη φωτιά η περιουσία μιας ολόκληρης ζωής, οφείλουμε να θυμόμαστε κάτι:
– Το να σώσουμε τον άνθρωπο είναι το πρώτο καθήκον.
– Το να προστατεύσουμε όμως και τη ζωή που έχει χτίσει είναι η συνέχεια του ίδιου
καθήκοντος.
6. ΟΙ ΔΥΟ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΕΣ ΜΑΣ(Όχι στην τυπικότητα του θανάτου τους)
Εδώ δεν μπορώ να μιλήσω μόνο ως πραγματογνώμονας, μιλώ ως πυροσβέστης, ως άνθρωπος που
φόρεσε τη στολή. Ως άνθρωπος που γνωρίζει τι σημαίνει να μπαίνεις μέσα στη φωτιά ενώ οι
περισσότεροι άνθρωποι προσπαθούν να φύγουν από αυτήν. Που νιώθω όπως νιώθουν, που θρηνώ
όπως θρηνούν, που αισθάνομαι όπως αισθάνονται και ιδιαίτερα τέτοιες στιγμές.
Δεν αποδέχομαι τη λογική ότι ο θάνατος ενός πυροσβέστη είναι «μέρος του επαγγέλματος».
Δεν υπάρχει τίποτε «συνηθισμένο» στον θάνατο ενός ανθρώπου που πήγε να προστατεύσει τη ζωή και
την περιουσία του συμπολίτη του ,ούτε πρέπει η κοινωνία να μάθει να τον αποδέχεται ως φυσιολογικό
τίμημα.
Ο πυροσβέστης γνωρίζει ότι το επάγγελμά του είναι επικίνδυνο , αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η
Πολιτεία απαλλάσσεται από την υποχρέωση να κάνει ό,τι είναι τεχνικά, επιχειρησιακά και οργανωτικά
δυνατό για να τον προστατεύσει.
Για τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου των δύο συναδέλφων μας πρέπει να μιλήσει η δικαστική
έρευνα, να διερευνηθούν όλα.
Η επιχειρησιακή ανάπτυξη , οι εντολές, οι χρόνοι , οι συνθήκες του μετώπου, η συμπεριφορά της
φωτιάς, η επικοινωνία ,η δυνατότητα διαφυγής, ο εξοπλισμός ασφαλείας του οχήματος , τα μέσα
ατομικής προστασίας.
Και κάθε παράγοντας που μπορεί να συνδέεται αιτιωδώς με την απώλεια της ζωής τους.
Και αν επιβεβαιωθεί όπως ακούγεται ότι κρίσιμα μέσα ατομικής προστασίας απουσίαζαν ή δεν
υπήρχαν , ή ήταν ανεπαρκή ή δεν ήταν κατάλληλα για τις συγκεκριμένες συνθήκες
επιχειρήσεων, τότε αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί μια απλή διοικητική λεπτομέρεια.
Θα πρέπει να διερευνηθεί μέχρι τέλους ποιος γνώριζε, ποιος όφειλε να γνωρίζει, ποιος είχε την ευθύνη
και ποιος παρέλειψε να πράξει όσα απαιτούνταν. Γιατί η ασφάλεια του πυροσβέστη δεν είναι
πολυτέλεια.
Είναι υποχρέωση της Πολιτείας.
Και όποιος έχει ευθύνη για την προστασία του δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από το επιχείρημα ότι
«έτσι είναι το επάγγελμα». Όχι. Δεν είναι έτσι.
Ο θάνατος του πυροσβέστη δεν πρέπει να θεωρείται αναπόφευκτος. Κάθε θάνατος πρέπει να γεννά ένα
ερώτημα, τι δεν κάναμε ώστε αυτός ο άνθρωπος να επιστρέψει ζωντανός;
7. Από το μνημόσυνο στην παρακαταθήκη
Οι δύο πυροσβέστες έπεσαν στα ιερά χώματα του Αγίου Βασιλείου υπερασπιζόμενοι τις ζωές και τις
περιουσίες των πολιτών και η κοινωνία οφείλει να τους τιμήσει.
Αλλά όχι μόνο με στεφάνια, όχι με δακρύβρεκτους λόγους και κυρίως τυπικού χαρακτήρα , όχι μόνο
τελετές για απονομές πλακετών .
Η πραγματική τιμή αρχίζει όταν η θυσία τους μετατρέπεται σε πρόληψη για τους επόμενους.
Προτείνω λοιπόν κάτι συγκεκριμένο:
Να δημιουργηθεί στον Δήμο Αγίου Βασιλείου ένα μόνιμο «Μνημείο Πυροπροστασίας» με τα
ονόματα των δύο πεσόντων.
Όχι απλώς ως σημείο μνήμης , αλλά ως σημείο αναφοράς μιας νέας πολιτικής πρόληψης.
Να φέρουν τα ονόματά τους:
– νέες δεξαμενές πυρόσβεσης,
– υποδομές υδροληψίας,
– αντιπυρικές ζώνες,
– παρατηρητήρια,
– συστήματα έγκαιρης ανίχνευσης,
-μετεωρολογικούς σταθμούς,
-και κρίσιμες υποδομές Πολιτικής Προστασίας.
Να τότε μπορεί ένας κάτοικος της περιοχής του Δήμου του Αγίου Βασιλείου να πει:
«Αυτή η δεξαμενή υπάρχει γιατί δύο άνθρωποι χάθηκαν εδώ. Και εμείς αποφασίσαμε να μην χαθεί
κανείς άλλος.»
Αυτό θα είναι μνήμη, αυτό θα είναι τιμή αυτό θα είναι δικαίωση.
8. Η ώρα της διεκδίκησης
Ο Δήμος μας δεν χρειάζεται άλλη μία έκθεση μετά την καταστροφή, χρειάζεται σχέδιο πριν από την
επόμενη πυρκαγιά.
Γι αυτό ο Δήμος και η Περιφέρεια πρέπει να διεκδικήσουν άμεσα από την Πολιτεία την θεσμοθέτηση
και χρηματοδότηση:
– Ειδικό Τοπικό Σχέδιο Πυροπροστασίας , με επιστημονική τεκμηρίωση, χαρτογράφηση
κινδύνου και επιχειρησιακά σενάρια.
– Τοπικό Δίκτυο Μετεωρολογικής και Πυρομετρικής Παρακολούθησης , με σταθμούς στα
κρίσιμα σημεία.
– Σύστημα έγκαιρης ανίχνευσης πυρκαγιάς , με σύγχρονα μέσα επιτήρησης και drones στις
ημέρες πολύ υψηλού κινδύνου.
– Μητρώο Τοπικών Συνδρομητών Πολιτικής Προστασίας ,με εκπαιδευμένους και θεσμικά
ενταγμένους κατοίκους.
– Ειδικό σχέδιο για το ηλεκτρικό δίκτυο , με άμεση αντιμετώπιση των επικίνδυνων σημείων και
δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα παρεμβάσεων.
– Ενίσχυση της Δημοτικής Πολιτικής Προστασίας , με επιστημονικό προσωπικό και
πραγματική επιχειρησιακή επάρκεια.
– Έλεγχο και αξιολόγηση των μέσων ατομικής προστασίας των πυροσβεστών.
– Πλήρη επιχειρησιακή ανασύνθεση του τρόπου αντιμετώπισης των πυρκαγιών στην περιοχή.
Και κυρίως:
– Δημιουργία ενός μόνιμου Τοπικού Παρατηρητηρίου Πυροπροστασίας Δήμου Αγίου
Βασιλείου.
Ένας μηχανισμός που δεν θα λειτουργεί μόνο όταν καίγεται ο τόπος, αλλά όλο τον χρόνο.
9. Δεν ζητώ να βρούμε έναν αποδιοπομπαίο τράγο
Δεν γράφω αυτό το κείμενο για να στοχοποιήσω ανθρώπους δεν ζητώ να αποδοθούν ευθύνες χωρίς
αποδείξεις δεν επιχειρώ να προκαταλάβω τη δικαστική έρευνα.
Ζητώ κάτι πολύ απλούστερο και ίσως πολύ δυσκολότερο:
Να μην ξαναγίνει το ίδιο και για να μη γίνει, πρέπει να κοιτάξουμε κατάματα όλες τις αδυναμίες του
συστήματος.
– Την πρόληψη.
– Την υποδομή.
– Το ηλεκτρικό δίκτυο.
– Την επιχειρησιακή οργάνωση.
– Την Πολιτική Προστασία.
-Τη χρήση του 112.
– Την αξιοποίηση της τοπικής γνώσης.
– Την εκπαίδευση.
– Τον εξοπλισμό.
– Την προστασία των πυροσβεστών.
Και, όταν ολοκληρωθεί η δικαστική διερεύνηση, κάθε ευθύνη που θα προκύψει πρέπει να αποδοθεί.
10. Ο Δήμος Αγίου Βασιλείου μέσα από τις στάχτες και τον θρήνο, πρέπει να γίνει το παράδειγμα
Ο τόπος μας έχει πληρώσει ακριβά , δεν πρέπει να ξανασυμβεί.
Αν υπάρχει μία θετική παρακαταθήκη που μπορεί να αφήσει αυτή η τραγωδία, είναι να γίνει ο Άγιος
Βασίλειος ο πρώτος Δήμος στην Κρήτη που θα εφαρμόσει ένα πραγματικό, επιστημονικά τεκμηριωμένο και τοπικά προσαρμοσμένο μοντέλο πυροπροστασίας και εδώ η ευθύνη της Πολιτείας είναι ακέραιη.
Να περάσουμε από την καταστολή στην πρόληψη. Από την εκκένωση ως μοναδική απάντηση, στην
οργανωμένη επιχειρησιακή διαχείριση. Από την απομόνωση της τοπικής κοινωνίας στη θεσμική
αξιοποίηση της γνώσης της. Από τις διαπιστώσεις μετά την καταστροφή στην πρόληψη πριν από
αυτήν.
Και από τα μνημόσυνα, στις υποδομές που σώζουν ζωές. Γιατί οι δύο πυροσβέστες μας δεν πρέπει να
μείνουν μόνο στη μνήμη μας.
Πρέπει να υπάρχουν μέσα σε κάθε μέτρο που θα πάρουμε από εδώ και πέρα για να προστατεύσουμε
αυτόν τον τόπο.
Αυτό χρωστάμε στους νεκρούς μας , αυτό χρωστάμε στους ζωντανούς και αυτό χρωστάμε στα παιδιά
που θα μεγαλώσουν στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου.
Δεν ζητάμε το αδύνατο, ζητάμε το αυτονόητο:
Να μάθουμε επιτέλους από την καταστροφή πριν έρθει η επόμενη.
Ich hoffe, dass es gelingt. Wir lieben Eure Gegend und kommen seit über 20 Jahren jedes Jahr wieder, sind jedesmal entsetzt, wenn es dort wieder brennt, ❤️herzliche Grüße aus Norddeutschland
Christiane und Gunter