Σοφιάννα Παϊδούση, η “Οδός Ψυχάρη” και η δύναμη των οικογενειακών αναμνήσεων
Η Σοφιάννα Παϊδούση μιλά για ταξίδια στον χρόνο, τη μνήμη και τις ιστορίες που μας μεγαλώνουν.
Παραμονές Χριστουγέννων, μια παλιά φωτογραφία γίνεται η αφορμή για ένα μοναδικό ταξίδι στον χρόνο και στις οικογενειακές μνήμες. Στην «Οδό Ψυχάρη», το παρελθόν της δεκαετίας του ’60 συναντά το παρόν μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, δημιουργώντας ένα παραμύθι που αγκαλιάζει μικρούς και μεγάλους αναγνώστες.
Συνέντευξη στην Αγγελική Λενακάκη
Η συγγραφέας και νηπιαγωγός μιλά στο familytime.gr για την έμπνευση πίσω από το βιβλίο, τη δύναμη της οικογενειακής μνήμης και το πώς οι ιστορίες μπορούν να γεφυρώνουν γενιές. Από τη συγγραφή και τον κινηματογράφο μέχρι την παιδική λογοτεχνία, η Σοφιάννα Παϊδούση μοιράζεται τη δημιουργική της διαδρομή και εξηγεί πώς η φαντασία μπορεί να φωτίσει το παρόν με λίγη βοήθεια από τις «καλές νεράιδες» που, τελικά, όλοι έχουμε ανάγκη.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Σοφιάννα Παϊδούση μας αποκαλύπτει τι κρύβεται πίσω από την “Οδό Ψυχάρη” και το ταξίδι της από το παρελθόν στο σήμερα.
1. Η «Οδός Ψυχάρη» ξεκινά από μια παλιά, μισοσκισμένη φωτογραφία. Γιατί επιλέξατε αυτό το αντικείμενο ως αφετηρία της ιστορίας;
Μια παλιά φωτογραφία είναι, για μένα, ένας από τους πιο τρυφερούς και άμεσους τρόπους να “ξεκλειδώνουμε” το παρελθόν ακόμη κι ένα παρελθόν που δεν έχουμε ζήσει οι ίδιοι. Όπως η εύρεση του σκίτσου της Rose μέσα στο χρηματοκιβώτιο ξετυλίγει την ιστορία του Τιτανικού, έτσι και μια απλή ασπρόμαυρη φωτογραφία, μέσα από την περιέργεια του ήρωά μας, γίνεται η αφορμή να μεταφερθούμε σε μια μακρινή εποχή και να γνωρίσουμε ανθρώπους, μνήμες και συναισθήματα που “κοιμούνται” μέσα της.
2. Το ταξίδι του μικρού Ερμή μας μεταφέρει στη δεκαετία του ’60. Τι σας συνδέει προσωπικά με αυτή την εποχή;
Προσωπικά, η σύνδεσή μου με τη δεκαετία του ’60 έρχεται κυρίως από τις ιστορίες της μητέρας μου και, φυσικά, από τις παλιές ελληνικές ταινίες που μας ταξιδεύουν σε εκείνη την ατμόσφαιρα. Τα παιδιά σήμερα, δυστυχώς, δεν έχουν εύκολους τρόπους να “αγγίξουν” αυτή την εποχή και αυτό ήταν ένας ακόμη λόγος να τη φέρω κοντά τους μέσα από ένα παραμύθι.
3. Η εποχή του ’60 παρουσιάζεται χωρίς εξιδανίκευση, με χαρές αλλά και δυσκολίες. Ήταν συνειδητή σας επιλογή;
Ναι, ήταν απόλυτα συνειδητή επιλογή. Ήθελα να δείξω πόσο πιο απλή ήταν η ζωή τότε και, ταυτόχρονα, πόσο πιο ανθρώπινη. Οι άνθρωποι είχαν λιγότερα υλικά αγαθά, όμως συχνά παραπονιούνταν λιγότερο. Υπήρχαν παρέες, φιλίες, παιχνίδι στον δρόμο, σπίτια ανοιχτά σε φίλους και γείτονες. Σήμερα, πολλά από αυτά έχουν χαθεί ή περιοριστεί, και θεωρώ σημαντικό να τα θυμηθούμε χωρίς ωραιοποίηση, αλλά με ειλικρίνεια.
4. Ο μικρός Ερμής λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους. Τι θέλατε να εκπροσωπεί αυτός ο ήρωας;
Ο Ερμής δεν “εκπροσωπεί” κάποιον συμβολικά με την κλασική έννοια. Είναι ο εαυτός του και, στην πραγματικότητα, είναι ο ίδιος ο γιος μου, ο Ερμύλος, που δυστυχώς δεν γνώρισε ποτέ τον παππού του. Μέσα στην ιστορία, ο Ερμής κουβαλά την ελπίδα και τη λαχτάρα να συναντήσει ανθρώπους που δεν πρόλαβε να γνωρίσει στην αληθινή ζωή και να ζήσει, έστω και για λίγο, κάτι που του έλειψε.
5. Η παρουσία της καλής νεράιδας μοιάζει να λύνει απορίες μικρών και μεγάλων. Τι συμβολίζει για εσάς αυτός ο χαρακτήρας;
Κι αυτός ο χαρακτήρας έχει μια πολύ προσωπική, υπαρκτή ρίζα, από τη μεριά της μητέρας μου. Για μένα συμβολίζει και κάτι βαθύτερο: τα παιδιά εκείνων των χρόνων που μεγάλωσαν μέσα σε πολέμους και κακουχίες, και κάποια δυστυχώς δεν τα κατάφεραν από λάθη, από έλλειψη γνώσεων, από ελλείψεις σε υποδομές. Η καλή νεράιδα, λοιπόν, γίνεται μια γέφυρα ανάμεσα στη μνήμη και στη φροντίδα, ανάμεσα στο “τότε” και στο “τώρα”.
6. Το βιβλίο απευθύνεται ταυτόχρονα σε παιδιά και ενήλικες. Ποιο μήνυμα πιστεύετε ότι αφορά περισσότερο τους μεγάλους αναγνώστες;
Οι μεγάλοι αναγνώστες, ειδικά οι παππούδες και οι γιαγιάδες, ταυτίζονται έντονα, γιατί έχουν ζήσει ή έχουν ακούσει από πρώτο χέρι αυτή την εποχή. Για κάποιους γεννιέται νοσταλγία, για άλλους συγκίνηση. Και ίσως αυτό είναι το πιο δυνατό μήνυμα για τους ενήλικες: να θυμηθούν, να μιλήσουν, να μοιραστούν ιστορίες, πριν αυτές χαθούν.
7. Ποιες συζητήσεις θα θέλατε να ανοίξει η «Οδός Ψυχάρη» μέσα σε μια οικογένεια;
Θα ήθελα να ανοίξει συζητήσεις για το πώς διασκέδαζαν παλιά τα παιδιά και πώς διασκεδάζουν σήμερα όταν συχνά περνούν πολλές ώρες μπροστά σε μια οθόνη. Όχι με διάθεση “κατηγορίας”, αλλά ως αφορμή να ξαναβρούμε τρόπους σύνδεσης, παιχνιδιού και ουσιαστικής επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια.
8. Μεγαλώσατε στη Χίο, σε μια οικογένεια με έντονη καλλιτεχνική φλέβα. Πόσο καθόρισε αυτό τον τρόπο που βλέπετε και αφηγείστε τον κόσμο;
Η αλήθεια είναι πως, παρόλο που ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος, ζωγράφιζε και έγραφε ποιήματα ερασιτεχνικά, αλλά με μεγάλη αγάπη. Η μητέρα του, η Σοφία (η “γιαγιά Σοφία” του βιβλίου), ήταν δασκάλα από τις πρώτες γυναίκες δασκάλες σε δημόσιο σχολείο στην εποχή της. Όταν παντρεύτηκε δικηγόρο, παραιτήθηκε, όπως συνέβαινε συχνά τότε. Εκείνη ζωγράφιζε υπέροχους πίνακες, και κάποιους τους έχω σώσει ακόμη στο πατρικό.
Κανείς δεν το έκανε επαγγελματικά, αλλά η τέχνη ήταν παρούσα στο σπίτι. Είναι φυσικό, λοιπόν, να πέρασαν στοιχεία και σε μένα: στον τρόπο που παρατηρώ, που συγκινούμαι, που αφηγούμαι.
9. Η ιδιότητά σας ως νηπιαγωγός πώς επηρεάζει τον τρόπο που γράφετε για τα παιδιά;
Η δουλειά μου με έχει μάθει κάτι πολύ απλό και πολύ αληθινό: τα παιδιά όπως και οι μεγάλοι έχουν ανάγκη από ελπίδα. Έχουν ανάγκη από ένα φως, από μια αίσθηση ότι στο τέλος κάτι μπορεί να γίνει καλύτερο. Αυτό το “ευτυχισμένο τέλος” δεν είναι πάντα εύκολο, αλλά είναι μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη που προσπαθώ να τιμώ στα βιβλία μου.
10. Πριν στραφείτε στο παραμύθι, ασχοληθήκατε με τη σεναριογραφία και τον κινηματογράφο. Ποια στοιχεία του κινηματογράφου έχουν περάσει στα βιβλία σας;
Νομίζω πως κάποιες σκηνές μου είναι πιο “κινηματογραφικές” όχι μόνο στην «Οδό Ψυχάρη», αλλά και σε άλλα παραμύθια μου. Ίσως στον ρυθμό, στις εικόνες, στις εναλλαγές, στο πώς στήνεται μια σκηνή σαν να τη βλέπεις μπροστά σου.
11. Έχετε σπουδάσει, μεταξύ άλλων, συγγραφή παραμυθιού, θεατρική γραφή και εκπαιδευτική ψυχολογία. Πόσο συνειδητά «χτίζετε» τους χαρακτήρες σας;
Τους χτίζω αρκετά συνειδητά, αλλά πάντα αφήνω χώρο να με οδηγήσουν κι εκείνοι. Ξεκινώ από το συναίσθημα και την ανάγκη τους, τι τους λείπει, τι φοβούνται, τι επιθυμούν και μετά έρχεται η δράση. Η εκπαιδευτική ψυχολογία με βοηθά να κρατώ τους χαρακτήρες αληθινούς και να θυμάμαι ότι κάθε παιδί-αναγνώστης χρειάζεται έναν ήρωα που να μπορεί να τον “ακουμπήσει”.
12. Αν ένα παιδί ή ένας γονιός κρατούσε μόνο ένα πράγμα από την «Οδό Ψυχάρη», τι θα θέλατε να είναι αυτό;
Θα ήθελα να είναι η ελπίδα: ότι με κάποιον τρόπο, έστω και μαγικό ή φανταστικό, μπορούμε να ξανασυναντήσουμε πρόσωπα που χάσαμε. Να νιώσουμε ότι η αγάπη δεν τελειώνει, αλλά βρίσκει τρόπους να συνεχίζει, ίσως και με τη βοήθεια μιας “καλής νεράιδας”.
13. Τι ονειρεύεστε για τα επόμενα συγγραφικά σας βήματα; Υπάρχει κάποια ιστορία που «περιμένει» να ειπωθεί;
Υπάρχουν πολλές ιστορίες που “περιμένουν”, αλλά ακόμη δεν έχουν ολοκληρωθεί πλήρως. Αυτό που ονειρεύομαι είναι να συνεχίσω να γράφω παραμύθια που ενώνουν τη φαντασία με την πραγματική ζωή, ιστορίες που αγγίζουν παιδιά και μεγάλους και ανοίγουν συζητήσεις μέσα στην οικογένεια.
Η «Οδός Ψυχάρη» δεν είναι απλώς ένα παραμύθι· είναι ένα ταξίδι στον χρόνο, στις μνήμες και στις σχέσεις που μας διαμορφώνουν. Μέσα από την ιστορία του μικρού Ερμή, η Σοφιάννα Παϊδούση δείχνει πώς η φαντασία μπορεί να ενώσει παρελθόν και παρόν, μικρούς και μεγάλους, προσφέροντας ένα παράθυρο σε εποχές, συναισθήματα και αξίες που παραμένουν διαχρονικές.
Με την εικονογράφηση, το τραγούδι, την αφήγηση και τις δραστηριότητες που συνοδεύουν το βιβλίο, η εμπειρία της ανάγνωσης γίνεται πλήρης και βιωματική, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει δρόμους για συζητήσεις ανάμεσα σε γονείς και παιδιά.
Η «Οδός Ψυχάρη» υπενθυμίζει ότι οι καλές νεράιδες, που μας καθοδηγούν, μας λύνουν απορίες και μας βοηθούν να βλέπουμε τον κόσμο με φαντασία δεν είναι μόνο παραμυθένιοι χαρακτήρες: υπάρχουν μέσα σε κάθε ιστορία, αλλά και σε κάθε οικογενειακή στιγμή που μοιραζόμαστε.
